Ξυπνώντας μία ακόμη ηλιόλουστη μέρα στο νησί, αποφασίζω να κάνω έναν περίπατο στη παλιά πόλη. Ο καιρός είναι ευχάριστος δε φυσάει πολύ, και η ζέστη υποφερτή. Φτάνοντας στο ανατολικό άκρο της Σπιανάδας αντικρίζω το Παλαιό Φρούριο, επιβλητικό και ταυτόχρονα γραφικό. Γρήγορα αποφασίζω να ανέβω στη κορυφή του· η θέα της πόλης από ψηλά μου προσφέρει μία απερίγραπτη γαλήνη και αυτό το συναίσθημα σίγουρα πρέπει να το μοιραστώ μαζί σας.

Περνώ από τη μικρή πλατεία με το επιβλητικό άγαλμα του στρατάρχη Σούλενμπεργκ, που υπερασπίστηκε το νησί κατά την απόπειρα πολιορκίας του από τους Τούρκους. Το Παλαιό Φρούριο φαίνεται τώρα ακόμη ψηλότερο, προχωρώ με δέος πάνω στη γέφυρα της Contrafossa, έπειτα κάτω από την τεράστια πύλη και βρίσκομαι μέσα στο κάστρο. Κοιτώντας κάτω από τη γέφυρα βλέπω τις βαρκούλες να λικνίζονται μέσα στα λαμπερά νερά της θάλασσας και τους ψαράδες, που έχουν χτίσει απέναντι τα μικρά τους σπιτάκια, να βάζουν πλώρη για μία καλή ψαριά! Συνεχίζω την περιήγησή μου, περπατώντας προς τους δύο μεγάλους προμαχώνες που βρίσκονται δεξιά και αριστερά της κεντρικής πύλης ενώ από πάνω μου υψώνονται οι δύο μεγάλοι πύργοι, ο Πύργος της Ξηράς και ο Πύργος της Θάλασσας που χτίστηκαν πάνω στις δύο κορυφές του φρουρίου. Χάρη στους δύο εποβλητικούς πύργους, η πόλη της Κέρκυρας έλαβε το βυζαντινό της όνομα, Πόλη των Κορυφών. Πολλούς αιώνες μετά είναι παγκοσμίως γνωστή με το όνομα Corfu.

Στο εσωτερικό του Παλαιού Φρουρίου διατηρείται πλήθος βοηθητικών κτιρίων, κατασκευασμένα από τους Βενετούς και τους Άγγλους, για την εξυπηρέτηση των στρατιωτικών τους αναγκών: μία ενετική φυλακή (1786), δύο αγγλικοί στρατώνες (1850) και ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, που σήμερα φιλοξενεί το Τμήμα Μουσικής του Ιονίου Πανεπιστημίου. Στο τέλος του δεξιού προμαχώνα διακρίνεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (1840), την οποία δεν μπορώ να μην επισκεφθώ. Θαυμάζω τις τοιχογραφίες, το ξυλόγλυπτο τέμπλο της και γαληνέυω με τα αρώματα που αναδύει το θυμιατό και η φύση γύρω από το ναό.

Συνεχίζοντας την ανάβαση προς το Σταυρό που βρίσκεται στην κορυφή του φρουρίου, περνώ μέσα από δαιδαλώδεις σήραγγες και τούνελ και φυσικά από μικρά ανοίγματα στους βράχους δεξιά και αριστερά που πιθανότατα χρησίμευαν ως φυλακές. Βγαίνοντας, χαζεύω τα ψηλά δέντρα, και κάθομαι για λίγο στο “χαλί” που έχουν φτιάξει τα χαμομήλια και τα αγριολούλουδα. Από κάτω απλώνεται η μαρίνα του φρουρίου με τα ιστιοφόρα της να λικνίζονται απαλά στη θαλασσινή αύρα. Πίνω λίγο νερό και παίρνω δυνάμεις να συνεχίσω. Είναι η κατάλληλη ώρα για ανάβαση αφού ο ήλιος δεν καίει πολύ και όσο αναβαίνω το δροσερό βοριαδάκι σαν να με σπρώχνει να συνεχίσω προς το στόχο μου

Φτάνοντας στο Σταυρό, κάθομαι στις επάλξεις και θαυμάζω μία θέα που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω: την πόλη λουσμένη στο φώς του ήλιου,τα γραφικά σπιτάκια της με τους φεγγίτες και τα μεγάλα σχοινιά που είναι απλωμένα ρούχα σε όλα τα χρώματα! Η πόλη φαντάζει παραμυθένια, οι άμαξες περνούν δεκάδες κάτω από το φρούριο, ενώ οι περαστικοί φαίνονται σαν μυρμήγκια, τρέχοντας δεξιά και αριστερά. Όλοι γύρω μου κοιτούν μαγεμένοι, χάνονται στις σκέψεις που τους δημιουργεί αυτό το ήρεμο και συνάμα θορυβώδες θέαμα μίας πόλης που δεν κουράζεται να μας χαρίζει όμορφες στιγμές με τα τοπία της. Τραβώντας φωτογραφίες, πασχίζω κι εγώ να κλείσω μία από αυτές τις στιγμές στη ζωή μου. Και έτσι γεμάτη, με το πιο απλό, τον πιο καθημερινό περίπατο, πίνω μία γουλιά νερό και ανοίγω το βιβλίο μου…